Σχεδόν δύο δεκαετίες έχουν περάσει από τότε που ο αείμνηστος Νομάρχης Πέλλας, Πάκης Σιβένας, ανακοίνωνε με όραμα την κατασκευή ενός δρόμου που θα άλλαζε τον χάρτη της ορεινής Ελλάδας. Μια οδική αρτηρία που φιλοδοξούσε να ενώσει δύο από τα σημαντικότερα χιονοδρομικά κέντρα της Βόρειας Ελλάδας: το χιονοδρομικό του Βερμίου με αυτό του Καϊμάκτσαλαν (Βόρρας). Μια είδηση που είχε σκορπίσει τότε αύρα αισιοδοξίας στους κατοίκους της ορεινής Πέλλας και όχι μόνο. Τα χρόνια κύλησαν σαν νερό, οι υποσχέσεις ξεθώριασαν και το όραμα αυτό παραμένει σήμερα ένα απατηλό όνειρο, ένα σύμβολο της χαμένης ευκαιρίας για ανάπτυξη και τουρισμό.
Σε ένα πρωτοφανές θέατρο του παραλόγου, μια ολόκληρη κοινότητα, το Κάτω Γραμματικό, παραμένει διοικητικά ενιαία, αλλά οδικά χωρισμένη. Για να μεταβεί ένας κάτοικος από το ένα χωριό στο άλλο, από το Κάτω στο Άνω Γραμματικό, πρέπει να διανύσει μια διαδρομή 65 χιλιομέτρων μέσω Έδεσσας και Άρνισσας, μια ολόκληρη ώρα στον δρόμο. Κι όμως, όπως αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα μελέτη για τη νέα χάραξη της οδού , το συνολικό μήκος του δρόμου, που θα συνέδεε τους δύο οικισμούς, υπολογίστηκε σε περίπου 15 χιλιόμετρα. Η χάραξη αυτή θα μετέτρεπε την ωριαία διαδρομή σε μόλις 15 λεπτά. Αυτό το μικρό τμήμα δρόμου, αν υπήρχε, θα μετέτρεπε δύο διακριτούς προορισμούς σε έναν ενιαίο πόλο έλξης, επιτρέποντας στους επισκέπτες να απολαμβάνουν ταυτόχρονα τις πίστες του Καϊμάκτσαλαν και τη φυσική ομορφιά του Βερμίου. Θα άνοιγε νέες δυνατότητες για ολοκληρωμένα τουριστικά πακέτα, θα αύξανε τη διανυκτέρευση και θα ενίσχυε τις τοπικές οικονομίες και των δύο περιοχών.
Μια Μελέτη που Φωτίζει το Χαμένο Όραμα
Η μελέτη για τον δρόμο, με τίτλο «ΝΕΑ ΧΑΡΑΞΗ ΑΝΩ-ΚΑΤΩ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟ – ΟΡΙΑ ΝΟΜΟΥ ΗΜΑΘΙΑΣ», εκπονήθηκε για λογαριασμό του τότε Δήμου Βεγορίτιδας και είχε προϋπολογισμό 3.740.778,58 ευρώ (πλέον ΦΠΑ). Στόχος της ήταν η οδική σύνδεση της Παλαιάς Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης-Φλώρινας με το Κάτω και το Άνω Γραμματικό, και η κατάληξή της στα όρια των νομών Πέλλας και Ημαθίας. Η οδός αυτή, όπως αναφέρεται, θα συνέχιζε προς το χιονοδρομικό κέντρο «3-5 Πηγάδια» μέσω του οικισμού Άγιος Παύλος στον Νομό Ημαθίας, με τη μέριμνα των αρχών του εκεί νομού.
Ο βασικός σκοπός του έργου, όπως αναλύεται στη μελέτη, ήταν η δημιουργία μιας ευρύτερης οδικής σύνδεσης χειμερινού τουρισμού μεταξύ των χιονοδρομικών κέντρων Βόρρας-Καϊμάκτσαλαν, «3-5 Πηγάδια» και Σέλι (μέσω της λίμνης Βεγορίτιδας), η οποία θα μείωνε σημαντικά την απόσταση μεταξύ τους. Η οδική αυτή σύνδεση αναμενόταν να διευκολύνει τη μετακίνηση προϊόντων, αγαθών και επισκεπτών μεταξύ Νάουσας, Βέροιας, Σελίου, των «3-5 Πηγαδιών», του Άνω Γραμματικού, της λίμνης Βεγορίτιδας, του όρους Βόρρας, της Έδεσσας και του Καϊμάκτσαλαν. Η μελέτη τόνιζε μάλιστα ότι ο άξονας αυτός θα μπορούσε να επεκταθεί, ώστε να συμπεριλάβει την Πτολεμαΐδα και το Αμύνταιο, όταν ολοκληρωνόταν η ασφαλτόστρωση της οδού Πύργων-Κάτω Γραμματικού.
Το Τεχνικό Πρότυπο και οι Εναλλακτικές Λύσεις
Η μελέτη αποκαλύπτει ότι το έργο έχει μελετηθεί με κάθε λεπτομέρεια, ακολουθώντας μάλιστα τις Γερμανικές Προδιαγραφές κατά RAS Deutschland, για την κατασκευή επαρχιακής οδού κλάσης EVI με ταχύτητα μελέτης 40 χλμ./ώρα. Η νέα οδός προβλεπόταν να έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, με συνολικό πλάτος 7,50 μέτρα και έρεισμα ενός μέτρου σε κάθε πλευρά. Το συνολικό μήκος της ανέρχεται σε περίπου 15 χιλιόμετρα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τρεις εναλλακτικές λύσεις χάραξης που αξιολογήθηκαν με τεχνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά κριτήρια.
- 1η Λύση: Προέβλεπε μια σημαντική παράκαμψη 2,7 χλμ. για λόγους ασφαλείας και συντόμευσης του χρόνου μετακίνησης. Η χάραξη αυτή ήταν προσήλια, αποτρέποντας τον σχηματισμό πάγου, και είχε σχεδιαστεί με προδιαγραφές που επέτρεπαν μεγαλύτερες ταχύτητες στις στροφές. Το συνολικό της μήκος ήταν 15.038,35 μέτρα.
-
2η Λύση: Αυτή ήταν και η λύση που επιλέχθηκε τελικά από το τοπικό Δημοτικό Συμβούλιο Βεγορίτιδας. Ακολουθούσε την ίδια χάραξη με την πρώτη λύση στο πρώτο τμήμα, αλλά στη συνέχεια διέσχιζε τον οικισμό του Κάτω Γραμματικού και ακολουθούσε την υφιστάμενη δύσβατη δασική οδό προς το Άνω Γραμματικό, με μια προτεινόμενη παράκαμψη μέσα από δασική έκταση για μείωση του μήκους. Το συνολικό της μήκος ήταν 14.916,17 μέτρα.
-
3η Λύση: Η πιο απλή, η οποία ακολουθούσε εξ ολοκλήρου τον υφιστάμενο δασικό δρόμο χωρίς καμία παράκαμψη. Είχε το μεγαλύτερο μήκος, 16.277,89 μέτρα.
Η επιλεγμένη λύση, που παρουσιάζεται ως η τελική στην μελέτη, προβλέπει την κατασκευή τριών τεχνικών (κιβωτίων) και την τήρηση προδιαγραφών για την ορθή αποστράγγιση της οδού. Η μελέτη εκτιμά ότι το έργο θα εξασφαλίσει την ικανοποιητική εξυπηρέτηση της ζήτησης σε μετακινήσεις για έναν ορίζοντα 20ετίας.
Περιβαλλοντικές Επιπτώσεις και Κοινωνικό Όφελος
Η μελέτη δεν παραλείπει να εξετάσει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου, καθώς η περιοχή γειτνιάζει με ευαίσθητα οικοσυστήματα. Η περιοχή διέλευσης περιλαμβάνει θαμνώδεις, δασικές και καλλιεργούμενες εκτάσεις. Το έργο διέρχεται εντός της περιοχής του Δικτύου Natura 2000 (περιοχή GR121001 Όρος Βέρμιο, τόπος Κοινοτικής Σημασίας SCI), αλλά σε ελάχιστο δυνατό μήκος. Ωστόσο, η μελέτη διαβεβαιώνει ότι δεν αναμένονται σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην πανίδα, ούτε στην ποιότητα του αέρα και των υδάτων, λόγω των σχετικά χαμηλών κυκλοφοριακών φόρτων. Για την αντιμετώπιση τυχόν επιπτώσεων, προβλέπονται μέτρα όπως η αποκατάσταση του τοπίου, η πρόληψη πυρκαγιών και η αποφυγή εργασιών σε περιόδους ξηρασίας.
Πέρα από τα τεχνικά και περιβαλλοντικά, η μελέτη τονίζει τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Το έργο αναμένεται να έχει έμμεσες μακροπρόθεσμες θετικές επιδράσεις στην οικονομία της περιοχής, βελτιώνοντας τις συνθήκες για τον τουρισμό. Ιδιαίτερα θετικές θα είναι οι επιπτώσεις στην τοπική κοινωνία, καθώς θα συντομευτεί σημαντικά ο χρόνος μετάβασης των κατοίκων του Άνω και Κάτω Γραμματικού προς την έδρα του δήμου, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε υπηρεσίες. Επιπλέον, η κατασκευή του δρόμου αναμενόταν να δημιουργήσει θέσεις εργασίας για τον τοπικό πληθυσμό, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα της ανεργίας και της υποαπασχόλησης.
Η Αλήθεια του Σήμερα: Ο Ξεχασμένος Ορεινός Τουρισμός της Έδεσσας
Όλα τα παραπάνω είναι μέρος μιας μελέτης που έχει πλέον σχεδόν δύο δεκαετίες ζωής. Η εικόνα της Έδεσσας και της ευρύτερης περιοχής σήμερα παραμένει διφορούμενη. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΕΤΕ), η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας παρουσιάζει θετικά δεδομένα στον τουρισμό, τόσο ως προς τον αριθμό των επισκεπτών όσο και ως προς τα οικονομικά οφέλη. Η κίνηση στην περιοχή μας, ειδικά στις εορταστικές περιόδους, είναι ορατή σε κάθε κάτοικο. Δυστυχώς, αυτή η εικόνα ανάπτυξης δεν έχει αγγίξει τον ορεινό όγκο της Έδεσσας, ο οποίος, με εξαίρεση τον Παλαιό Άγιο Αθανάσιο που ακμάζει, παραμένει βαλτωμένος και ξεχασμένος.
Η Παναγίτσα, η Άρνισσα, η Ζέρβη, που κάποτε θεωρούνταν κεφαλοχώρια, σήμερα είναι παντέρμα. Οι άνθρωποι έχουν επιλέξει τη φυγή προς την Έδεσσα, τη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα ή ακόμα και το εξωτερικό, αναζητώντας ευκαιρίες που η γενέτειρά τους δεν μπορεί να τους προσφέρει. Ουσιαστικές οικονομικές δραστηριότητες δεν υπάρχουν και κανένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξης δεν έχει εφαρμοστεί. Εδώ ταιριάζει απόλυτα η λαϊκή ρήση «όπου φτωχός και η μοίρα του».
Πρόκειται για μια πραγματικότητα που γεννά αμείλικτα ερωτήματα για όλους τους τοπικούς φορείς. Πώς γίνεται χιλιάδες αυτοκίνητα να περνούν από αυτές τις περιοχές χωρίς να κάνουν ούτε μια στάση για καφέ ή φαγητό; Πώς είναι δυνατόν μια τοπική κοινότητα όπως το Γραμματικό, με δύο χωριά, να μην έχει κανέναν τρόπο οδικής επικοινωνίας μεταξύ τους, όταν αυτή η σύνδεση θα μπορούσε να βοηθήσει τα μέγιστα στην τουριστική τους ανάδειξη; Μια πανελλαδική πρωτοτυπία, που αποτελεί σύμβολο της αδράνειας και της απομόνωσης.
Η ανάπτυξη, ή μάλλον η επιβίωση, της ευρύτερης περιοχής μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τουριστική κίνηση. Τα χωριά του ορεινού όγκου, που ζωντανεύουν ίσως για λίγο το καλοκαίρι με κάποιες εκδηλώσεις, χρειάζονται επειγόντως ένα σχέδιο. Η Πολιτεία δεν έχει δείξει το απαιτούμενο ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να ζουν σε συνθήκες απομόνωσης.
Κι όμως, αυτά τα χωριά έχουν τόσα πολλά να προσφέρουν, περισσότερα από όσα μπορεί κανείς να φανταστεί. Έχουν το απαράμιλλο φυσικό τους περιβάλλον, με καταπράσινα βουνά και τη μοναδική ομορφιά της λίμνης της Βεγορίτιδας. Διαθέτουν σημαντικά θρησκευτικά και πολιτιστικά μνημεία, εκκλησάκια, που παραμένουν ανενεργά και ανεκμετάλλευτα.
Ο ορεινός όγκος προσφέρεται για να εξελιχθεί σε έναν πολυδιάστατο τουριστικό προορισμό, για όλες τις εποχές και για κάθε απαίτηση. Έχει το μοναδικό πλεονέκτημα να βρίσκεται τόσο κοντά σε μεγάλες πόλεις όπως η Κοζάνη, η Βέροια και η Θεσσαλονίκη.
Η Λύση και το Μέλλον που Περιμένει
Το ερώτημα δεν είναι αν χρειάζεται ο δρόμος. Η μελέτη το αποδεικνύει περίτρανα. Το ερώτημα είναι γιατί δεν έχει γίνει ακόμα. Η απάντηση είναι σύνθετη και βρίσκεται στη διαχρονική απουσία πολιτικής βούλησης, στην αναποτελεσματικότητα και στην έλλειψη συντονισμού μεταξύ των τοπικών φορέων.
Για να γίνει ο ορεινός όγκος, πέρα από τον Παλαιό Άγιο Αθανάσιο, τόπος τουριστικής έλξης, χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο. Ένα σχέδιο που θα ξεφύγει από την αποσπασματική λογική και θα εστιάσει σε συγκεκριμένους άξονες:
- Υποδομές: Η άμεση προτεραιότητα είναι ο δρόμος που θα συνδέσει το Άνω με το Κάτω Γραμματικό. Πρόκειται για ένα έργο χαμηλού κόστους, αλλά με τεράστιο συμβολικό και πρακτικό αντίκτυπο. Η ολοκλήρωσή του θα στείλει ένα σαφές μήνυμα ότι η Πολιτεία νοιάζεται για την ορεινή Πέλλα.
- Τουριστικές Επενδύσεις: Χρειάζονται επενδύσεις σε τουριστικά καταλύματα, όπως παραδοσιακοί ξενώνες και μικρά ξενοδοχεία που θα ενσωματώνονται στο φυσικό περιβάλλον. Επίσης, η δημιουργία χώρων εστίασης που θα προσφέρουν τοπική κουζίνα και προϊόντα.
- Ανάδειξη του Φυσικού και Πολιτιστικού Κεφαλαίου: Αξιοποίηση της λίμνης Βεγορίτιδας για δραστηριότητες αναψυχής, όπως πεζοπορία, ποδηλασία και κανό. Δημιουργία οργανωμένων διαδρομών για πεζοπορία στα βουνά. Ανάδειξη των θρησκευτικών και πολιτιστικών μνημείων με κατάλληλη σήμανση και προβολή.
- Σύνδεση με τον Πρωτογενή Τομέα: Ο τουρισμός πρέπει να συνδεθεί άμεσα με την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Αγροτουρισμός, επισκέψεις σε κτηνοτροφικές μονάδες, εργαστήρια τοπικών προϊόντων (τυροκομικά, βότανα) και διάθεση παραδοσιακών προϊόντων στους επισκέπτες θα δημιουργήσουν μια ολοκληρωμένη εμπειρία.
Είναι αλήθεια ότι η κατάσταση μοιάζει δύσκολη. Η απαισιοδοξία των κατοίκων είναι εύλογη, και η φράση «όποιος πεθαίνει σε αυτά τα χωριά παίρνει και το κλειδί μαζί του» δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Κι όμως, μια περιοχή μπορεί να ξαναζωντανέψει. Αρκεί οι άνθρωποι να νοιαστούν για αυτήν, να σκεφτούν το μέλλον της και να σχεδιάσουν την ανάπτυξή της. Ίσως η νέα Δημοτική Αρχή της Έδεσσας, που δείχνει ότι έχει τη διάθεση και την αποφασιστικότητα να επιλύσει σοβαρά προβλήματα, να μπορέσει να αναλάβει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο ορεινός όγκος της Έδεσσας έχει όλα τα πλεονεκτήματα για να γίνει ο επόμενος μεγάλος τουριστικός προορισμός της χώρας. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο και η δέσμευση όλων των φορέων –της Περιφέρειας, του Δήμου, των ξενοδόχων και των ιδιωτών– να το υλοποιήσουν.