Ένα θεατρικό ταξίδι που άγγιξε την καρδιά της ανθρώπινης ύπαρξης
Γράφει η Ελένη Παπαδημητρίου
Πριν από λίγες ημέρες, η Γαβαλιώτισσα μετατράπηκε σε ένα φυσικό σκηνικό όπου η τέχνη συναντήθηκε με την ποίηση και τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής. Στο ανοιχτό της θέατρο, υπό το μαγικό φως ενός γεμάτου φεγγαριού που αγκάλιαζε διακριτικά τη σκηνή, παρουσιάστηκε η παράσταση «Η Θάλασσα κι ο Γέρος». Μια βαθιά συγκινητική μεταφορά του αριστουργήματος του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, «Ο Γέρος και η Θάλασσα», η οποία όχι μόνο τίμησε το πρωτότυπο κείμενο, αλλά προσέφερε μια μοναδική εμπειρία που ξεπέρασε τα όρια της απλής θεατρικής αναπαράστασης.
Η ιστορία του Σαντιάγο, του γέρου ψαρά που παλεύει για μέρες με έναν γιγάντιο ξιφία στα ανοιχτά της θάλασσας, είναι κάτι περισσότερο από μια απλή αφήγηση. Είναι μια αλληγορία για τον αδιάκοπο αγώνα του ανθρώπου με τα όριά του, με τη φύση, και εντέλει, με τον ίδιο του τον εαυτό. Ένας ύμνος στην επιμονή, στην αξιοπρέπεια της ήττας και στην εσωτερική δύναμη που πηγάζει μέσα από τις πιο δύσκολες δοκιμασίες. Η επιλογή του ανοιχτού θεάτρου της Γαβαλιώτισσας, με την επιβλητική του ατμόσφαιρα και τη φυσική του ομορφιά, λειτούργησε ως ο ιδανικός καμβάς για να ζωντανέψει αυτή η επική ιστορία. Το φεγγάρι, σαν ένας σιωπηλός μάρτυρας, πρόσθετε μια σχεδόν ονειρική διάσταση, μετατρέποντας το φυσικό τοπίο σε ένα απέραντο ωκεανό όπου εκτυλισσόταν το δράμα του γέρου ψαρά.
Στον κεντρικό ρόλο του Σαντιάγο, ο Τάσος Νούσιας χάρισε μια ερμηνεία που συγκλόνισε και καθήλωσε το κοινό. Με μια σπάνια ωριμότητα, βάθος και αλήθεια, ο Νούσιας ενσάρκωσε τον γέρο ψαρά με μια συγκλονιστική πιστότητα. Κάθε ρυτίδα στο πρόσωπό του, κάθε κίνηση των χεριών του, κάθε ματιά του, φανέρωνε το βάρος των χρόνων, την πίκρα των χαμένων αγώνων, αλλά και την ακλόνητη θέληση, την αξιοπρέπεια και την ακατάβλητη ψυχική δύναμη. Ο Νούσιας δεν έπαιζε απλώς τον Σαντιάγο· τον βίωνε, μεταφέροντας στο κοινό το βάρος της μοναξιάς του στη θάλασσα, την αγωνία του αγώνα και την τελική, πικρή αλλά γεμάτη αξιοπρέπεια, ήττα που μετατράπηκε σε προσωπική νίκη. Η ερμηνεία του ήταν ένα βαθύ, ανθρώπινο πορτρέτο που άφησε το κοινό άφωνο.
Δίπλα στον Σαντιάγο, ο Βασίλης Μηλιώνης υποδύθηκε τον νεαρό Μανολίνο με μια αυθεντικότητα και συγκίνηση που άγγιξε τις καρδιές των θεατών. Η σχέση ανάμεσα στον γέρο ψαρά και το αγόρι είναι η καρδιά του έργου του Χέμινγουεϊ: μια σχέση αφοσίωσης, αγάπης, σεβασμού και ελπίδας. Ο Μηλιώνης κατάφερε να αποδώσει με σπάνια ευαισθησία τον δεσμό αυτό, αναδεικνύοντας τον ρόλο του Μανολίνο ως το φωτεινό σημείο στη μοναχική και σκληρή ζωή του Σαντιάγο. Η ερμηνεία του λειτούργησε ως μια ζεστή πνοή ανθρωπιάς, υπενθυμίζοντας πως ακόμη και στις πιο δύσκολες μάχες, η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη μπορούν να προσφέρουν παρηγοριά και νόημα.
Μια ξεχωριστή, λυρική διάσταση στην παράσταση πρόσθεσε η Φαίδρα Σούτου μέσα από τη χορευτική της παρουσία. Η κίνησή της ήταν ο ίδιος ο ωκεανός: άλλοτε γαλήνιος και γοητευτικός, άλλοτε ορμητικός και απειλητικός. Μέσα από την πλαστικότητα και την εκφραστικότητα του σώματός της, η Σούτου ερμήνευσε το απρόβλεπτο της φύσης, τους φόβους και τις ελπίδες του Σαντιάγο, τις αόρατες δυνάμεις που κυβερνούν τη ζωή και τον θάνατο στη θάλασσα. Η παρουσία της ήταν μια οπτική συμφωνία, ένα χορευτικό ποίημα που ενίσχυσε την ατμόσφαιρα, προσδίδοντας μια ακόμη πιο βαθιά, συμβολική διάσταση στην παράσταση και συνδέοντας τη φυσική ομορφιά της Γαβαλιώτισσας με το απέραντο της ανθρώπινης ψυχής.
Η προσέλευση του κοινού, αν και χωρίς να είναι ασφυκτικά γεμάτο το θέατρο, ήταν ικανοποιητική, με τον χώρο να φιλοξενεί θεατές που παρακολούθησαν με προσήλωση και αίσθηση σεβασμού τη λιτή αλλά μεστή παράσταση. Η σιωπή και η αφοσίωση του κοινού κατά τη διάρκεια της παράστασης μαρτυρούσαν την πλήρη απορρόφηση στην ιστορία και την αναγνώριση του καλλιτεχνικού άρτου που τους προσφέρθηκε. Στο τέλος της παράστασης, το θερμό χειροκρότημα ήταν η επιβράβευση για τους συντελεστές, οι οποίοι, με μια κίνηση σεμνότητας και ανθρωπιάς, δεν δίστασαν να μοιραστούν στιγμές με τον κόσμο, φωτογραφιζόμενοι με φίλους και θεατές. Αυτή η άμεση επικοινωνία επισφράγισε την επιτυχία της βραδιάς, δείχνοντας ότι πέρα από την τέχνη, η ανθρώπινη σύνδεση είναι αυτό που πραγματικά μετράει.
Ήταν, εν τέλει, μια θεατρική βραδιά που απέδειξε περίτρανα πως όταν η τέχνη συνομιλεί με τη φύση, τη λογοτεχνία και την αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης, δημιουργείται μια εμπειρία που μένει χαραγμένη στο νου και την καρδιά. Η παράσταση «Η Θάλασσα κι ο Γέρος» στη Γαβαλιώτισσα δεν ήταν απλώς μια θεατρική παραγωγή. Ήταν ένα μάθημα ζωής, μια υπενθύμιση της ανθρώπινης ανθεκτικότητας, της αξίας της επιμονής και της ομορφιάς που μπορεί να αναδυθεί ακόμη και μέσα από τον πιο σκληρό αγώνα. Μια βραδιά που άφησε την ψυχή γεμάτη ποίηση και προβληματισμό, αποδεικνύοντας τη διαχρονική δύναμη της τέχνης να αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές μας και να μας συνδέει με το βαθύτερο νόημα της ύπαρξης.