τραγούδια, που εξυμνούν τις χαρές του. Όλα αυτά είναι γνωστά και δεν χρειάζεται
καμιά αναφορά τους.
(τροπάρια) από την εκκλησιαστική παραϋμνογραφία, και εξυμνεί το αθωνίτικο
αγιορείτικο κρασί, και είναι, όπως και εκείνο, συνθέσεις, που αποδίδονται στον
αγιορείτη μοναχό Καισάριο Δαπόντε και ψάλλονται όπως τα τροπάρια της
εκκλησιαστικής υμνογραφίας.
πολυποίκιλα και πολύχρωμα λουλούδια του, την πρωτομαγιά, που ο κόσμος ξεχύνεται
στην εξοχή, να φάει, να πιει, να απολαύσει τη φύση, που οργιάζει με το πράσινό
της, τα πουλιά, που κελαηδούν ακατάπαυστα, και τα άλλα ζώα και ζωάκια ήμερα και
άγρια και γενικά να διασκεδάσει.
κατηγορίες:
ταγμάτων».
Πάλιν
μας ήλθεν ο Μάης με τα συνήθη του.
χαρούμενος, με γέλια, φορτωμένος λουλούδια.
γλυκά μας χαιρετάει και προσκαλεί στους μπαξέδες του σήμερον. θα μας φιλέψη απ’ όλα του
τα καλά και λουλούδια όσα θέλομεν.
Θα
μας φιλέψη αρνάκια, πολλά ωραία ψητά, διάφορους μεζέδες και στο τέλος γιαούρτι,
κρασάκι κρύο – κρύο με τον κουβά. τύφλα,
μούτζα θα γίνωμεν. θα
κυλισθώμεν κατόπιν στα δροσερά χορταράκια αξεσκούφωτοι.
Χαριτωμένος
ο Μάης και πανευφρόσυνος. βλέπεις
εδώ αρνάκια, ακούς εκεί πουλάκια. ακούς
και τους βατράχους κουά – κουά ιταλικά μας φωνάζουνε: εδώ, μας λέγουν, καθίστε
στον ποταμό να σας ψάλλωμεν τον Μάιον.
Όλοι
οι άνθρωποι χαίρουν, πηδούνε σήμερον.
προ πάντων οι γαϊδάροι πηδούν όλον τον Μάην. τσομπάνηδες και γύφτοι με μιαν χαράν τες φλοκάτες τους
πέταξαν και τες φλογέρες τους άρπαξαν και πηδούν, τρώγουν, πίνουν και
χορεύουνε.
Τα
συγχωράει ο Μάης όλα μας σήμερον και λόγω τε και έργω ως ανθρώπινα λάθη. στο τέλος θα μας δώση
γιαούρτι καλόν να πλυθούνε τα λάθη μας.
αύριον όλοι θα είμεθα παστρικοί, ξεπλυμένοι, ασπροπρόσωποι.
«Ακατάληπτον εστί».
Τί
ευφρόσυνος εστί αδελφοί η εξοχή
Τί
ωραία εξοχή εάν έχης και αρνί
Τί
λουλούδια, τί χαρές μέσ’ στα κρύα τα νερά,
Όταν
κάθεσαι να φας και αρχίζουν τα πουλιά
καρδιά.
Σε
μαγεύει αληθώς η τοιαύτη εξοχή.
Έξω
χάνεται ο νους και πετά στους ουρανούς.
Του
Μαΐου η εξοχή είναι τρέλλα μοναχή.
Και
ο χάρος, αν σε δη, και αυτός θα σε χαρή.
γεννήτορος».
Ο
Μάϊος σήμερον ημάς συνεκαλέσατο προς χαράν του και δόξαν να ξεφαντώσωμεν. άλλ’ εκ των προτέρων
ανάγκη ορεκτικήν ωραίαν να τσούξωμεν, λέγοντες «εις υγείαν, καλήν όρεξιν».
Μεζέδες
γαρ πρότερον αλά φρανσέ ν’ αρχίσωμεν, σαλτζισότα και κρίχια και αυγοτάραχα,
τουρσί, γαριδίτσες και αστακούς, χαβιάρι της ντούνας. λοιπόν ας καθίσωμεν και με όρεξιν ν’ αρχίσωμεν.
Στο
τέλος θα έχωμεν τα φουρνιστά εξαίρετα.
γουρουνάκι και κούρκα και γαλατόπιτα και τα πιτσουνάκια στη σούβλα,
πάντα λαμπρά, κρασί κρύο – κρύο, δύο τύφλες θα γίνωμεν και δύο μούντζες ω
αδέλφια μου».