του Γιάννη Κουριαννίδη
Η αποχή από την κάλπη είναι μία στάση ενός αριθμού πολιτών που εμφανίζεται σε κάθε εκλογική διαδικασία και ποικίλλει αναλόγως του είδους των εκλογών και του ενδιαφέροντός τους.
Στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, όμως, της 20ής Σεπτεμβρίου 2015, η αποχή ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Για τους αναλυτές αλλά και τους δημοσκόπους, αυτό ήταν κάτι αναμενόμενο. Για τους μεν, επειδή διέβλεπαν την απογοήτευση και κόπωση του εκλογικού σώματος και για τους δε, επειδή ήταν κάτι που το κατέγραφαν στις έρευνές τους. Η τάση προς αποχή από την εκλογική διαδικασία, εξάλλου, ήταν κάτι που είχε ξεκινήσει από καιρό. Από το 2009 μέχρι τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, περίπου 800.000 πολίτες προστέθηκαν στον αριθμό αυτών που απείχαν από τις εκλογές, ενώ την 20ή Σεπτεμβρίου προστέθηκαν παραπάνω από άλλες 700.000.
Δηλαδή, συνολικά, παραπάνω από 1.500.000 πολίτες γύρισαν την πλάτη τους στο πολιτικό σύστημα κατά τα 5,5 τελευταία «μνημονιακά» έτη. Αυτό είναι κάτι που ούτε απαρατήρητο μπορεί να περάσει, αλλά ούτε και να υποτιμηθεί η σημασία του. Κι αν κάποιοι συνηθίζουν να ομιλούν για το τί διακυβεύεται σε κάθε εκλογική μάχη, η μετεκλογική διακύβευση είναι σίγουρα η διαχείριση του ποσοστού της αποχής. Ένα ποσοστό που μπορεί σήμερα να αγγίζει σχεδόν το μισό της ελληνικής κοινωνίας, αλλά σίγουρα η τάση του είναι και θα παραμείνει αυξητική, αφού η απαξίωση της πολιτικής από τους εκπροσώπους της παραμένει ισχυρή, κάτι που φαίνεται πια ακόμη και στις εσωτερικές διεργασίες των κομματικών μηχανισμών, όπως λ.χ. η πασαρέλα της γελοιότητας στη Νέα Δημοκρατία.
